Κουνούπια

Μάθετε περισσότερα για τα κουνούπια!
Δημοσιεύτηκε 06/07/2020

Το κουνούπι είναι δίπτερο έντομο της οικογένειας Culicidae με 3.500 περίπου είδη ανά τον κόσμο, από αυτά μόνον περίπου 200 είδη τσιμπούν τον άνθρωπο. Χρονολογείται από την Ιουράσια περίοδο και οι πρώτες αναφορές σε ασθένειες προερχόμενες από κουνούπια, χρονολογούνται γύρω στα 300 π.Χ.. Δικαίως θεωρείται, ως ζώο, ο νούμερο ένα φονιάς ανθρώπων παγκοσμίως. Αξίζει να σημειωθεί πως το 80% του πληθυσμού της γης είναι εκτεθειμένο στις ασθένειες που μπορούν να μεταφέρουν τα κουνούπια ανά τον κόσμο.

Το λεπτό και μακρύ σώμα του ενήλικου κουνουπιού καλύπτεται με λέπια και έχει μακριά, πολύ λεπτά πόδια που του επιτρέπουν μόνο να στηρίζεται. Τα φτερά του είναι μεμβρανώδη. Χαρακτηριστικό του είναι μία επιμήκης προβοσκίδα που βγαίνει από τη στοματική του κοιλότητα.

Τα κουνούπια τρέφονται με νέκταρ ή γύρη που βρίσκουν στη φύση, όμως τα θηλυκά χρειάζονται και αίμα, προκειμένου να μπορέσουν να ζήσουν και να κάνουν αυγά.

Εφόσον το θηλυκό πραγματοποιήσει ένα γεύμα αίματος τότε ωριμάζουν τα αβγά του τα οποία και τοποθετεί στην επιφάνεια του νερού και στη συνέχεια εκκολάπτονται οι προνύμφες που τρέφονται με διάφορα οργανικά κατάλοιπα. Μερικές προνύμφες από κάποια είδη κουνουπιών τρέφονται με άλλα κουνούπια ή άλλα μικρά έντομα. Οι προνύμφες είναι υδρόβιες και εφοδιασμένες με δύο αναπνευστικά συστήματα που τους επιτρέπουν να αναπνέουν τόσο κάτω από το νερό όσο και από πάνω.

Τα κουνούπια ερεθίζονται και προσελκύονται από την κίνηση, από τη σωματική θερμότητα, από την υγρασία και το διοξείδιο του άνθρακα που εκπνέεται με την αναπνοή. Μπορεί να ανιχνεύσει την ύπαρξη διοξειδίου του άνθρακα μέσω των κεραιών του από απόσταση μεγαλύτερη των 30 μέτρων. Το σφύριγμα που κάνουν προέρχεται από το συγχρονισμένο τους φτερούγισμα. Παρασύρονται εύκολα από τον άνεμο και έτσι μπορούν να μεταφερθούν σε μεγάλες αποστάσεις. Η ταχύτητα πτήσης τους είναι 1,5 – 2,5 χλμ./ώρα.

Η δραστηριότητα τους έχει να κάνει με τη θερμοκρασία και την υγρασία του αέρα. Έτσι τις πρώτες πρωινές, τις πρώτες νυχτερινές ώρες και κατά τη διάρκεια της νύχτας τα περισσότερα είδη είναι πιο ενεργητικά και τσιμπούν, αλλά υπάρχουν και είδη που τσιμπούν όλο το εικοσιτετράωρο.

Το τσίμπημα του κουνουπιού προκαλεί κοκκινίλα στο δέρμα, πρήξιμο και έντονη ενοχλητική φαγούρα.

Στην Ελλάδα υπάρχουν κυρίως 3 διαδεδομένα γένη κουνουπιών:

Το γένος αυτών των κουνουπιών είναι ο κύριος φορέας της ελονοσίας αλλά και των ασθενειών της εγκεφαλίτιδας και φιλαρίασης. Απαντώνται σε όλο τον κόσμο (εκτός της Ανταρκτικής) με πάνω από 450 διαφορετικά είδη στο γένος, ωστόσο μας είναι γνωστό ότι περίπου 30-40 είδη είναι ικανά να μεταδώσουν την ελονοσία, ανάλογα με τη γεωγραφική περιοχή και τις κλιματολογικές συνθήκες. Τα ενήλικα κουνούπια του γένους αυτού αναγνωρίζονται από τη στάση του σώματος τους, όπου η προβοσκίδα, το κεφάλι και το σώμα είναι σε μία ευθεία γραμμή.

Επίσης τα φτερά τους φέρουν μικρά στίγματα. Όπως όλα τα κουνούπια, μόνο τα θηλυκά ανωφελή τσιμπούν τους ανθρώπους διότι χρειάζονται το γεύμα αίματος προκειμένου να δημιουργήσουν τα αυγά τους. Με το τσίμπημά του σε άτομο που έχει ελονοσία, το θηλυκό μαζί με το αίμα ρουφάει και το πλασμώδιο στο οποίο οφείλεται η ασθένεια. Μέσα στο σώμα του κουνουπιού το μικρόβιο παραμένει και αναπτύσσεται.

Στη συνέχεια μεταφέρεται στους σιελογόνους αδένες του και έτσι με νέο τσίμπημα σε σώμα υγιούς ανθρώπου, μεταφέρει μέσω του σάλιου του το μικρόβιο στον οργανισμό του. Το ανωφελές κουνούπι ζει από 18 μέρες μέχρι 4-5 εβδομάδες και είναι δραστήριο καθ’ όλη τη διάρκεια της νύχτας, με κορύφωση την αυγή και το σούρουπο. Έρευνα του ΚΕΕΛΠΝΟ (2014) αναφέρει συγκέντρωση του γένους στην Ελλάδα κάτω από 1% ανά την επικράτεια.

Είναι το επικρατέστερο γένος κουνουπιού στην Ελλάδα (περίπου 85% βάσει έρευνας του ΚΕΛΛΠΝΟ, 2014). Απαντάται σε όλο τον κόσμο, από τροπικά μέχρι ψυχρά εύκρατα κλίματα, αλλά όχι σε υπερβολικά υψηλά γεωγραφικά πλάτη. Έχει κοντές κεραίες συγκριτικά με αυτά του ανωφελούς γένους και είθισται να κρατά το σώμα του παράλληλα με την επιφάνεια με το κεφάλι γερμένο προς τα κάτω. Είναι κυρίως καφέ χρώματος και μπορεί να έχει εγκάρσιες λευκές γραμμές στην επάνω επιφάνεια της κοιλιάς του, η οποία τείνει να είναι μυτερή προς το άκρος της. Τα φτερά του είναι χρωματικά ομοιόμορφα. Ζει 10-15 μέρες αλλά σε ψυχρές συνθήκες μπορεί να ζήσει και περισσότερο. Πολλαπλασιάζεται σε στάσιμα και μολυσμένα νερά αλλά και σε μέρη όπου υπάρχει αρκετή υγρασία. Τα αβγά του τα γεννάει στην επιφάνεια του νερού και αυτά επιπλέουν κατά ομάδες των 100 ή και περισσοτέρων.

Το συγκεκριμένο γένος είναι ο πρωτεύων φορέας του Ιού του Δυτικού Νείλου και μπορεί να μεταφέρει και άλλες επικίνδυνες ασθένειες, όπως της Εγκεφαλίτιδας (αρκετά δύσκολα), ενώ την ασθένεια της Φιλαρίασης κυρίως στις τροπικές περιοχές. Το συγκεκριμένο γένος δραστηριοποιείται το σούρουπο και τις ώρες της νύχτας, με ιδιαίτερη ικανότητα να διεισδύουν στα σπίτια.

Είναι ένα γένος κουνουπιού που μέχρι πριν μερικά χρόνια συναντούσαμε κυρίως στις τροπικές περιοχές. Πρόσφατες μελέτες επιδημιολόγων ανά τον κόσμο παρατηρούν αύξηση του πληθυσμού του συγκεκριμένου γένους σε μη τροπικές περιοχές όπως η Ευρώπη και η Βόρειος Αμερική.

Μεταδίδει ένα ευρύ φάσμα ασθενειών, όπως ο Δάγκειος πυρετός, ο Κίτρινος πυρετός, ο Ιός Zika, ο Ιός του Δυτικού Νείλου, ο Chikungunya και η Ανατολική Εγκεφαλίτιδα των Ιπποειδών. Διαφέρει από το κοινό κουνούπι στο ασημένιο χρώμα που έχει ο θώρακάς του καθώς και από τα ασπρόμαυρα σημάδια στα πόδια και στο σώμα του. Το άκρο της κοιλιάς του θηλυκού είναι μυτερό και έχει διάφορα αισθητήρια εξαρτήματα που εξέχουν.

Η ζωή του είναι συνήθως σύντομη (10-15 μέρες) αλλά κάτω από κατάλληλες ψυχρές κλιματολογικές συνθήκες μπορεί να ζήσει έως και μερικούς μήνες. Κατά τη σύντομη ζωή τους μπορούν να γεννήσουν (~3 φορές) από περίπου 100 αυγά ανά γέννα. Τα αυγά του έχουν τη δυνατότητα να αντέχουν και έξω από το νερό για αρκετό καιρό και σε πολύ ξηρές συνθήκες.

Χαρακτηριστικά, οι προνύμφες του ευρωπαϊκού είδους Ae. Albopictus μπορούν να τεθούν σε μια ελεγχόμενη περίοδο μειωμένης ανάπτυξης (διάπαυση) κατά τη διάρκεια των χειμερινών μηνών, έως οι συνθήκες να είναι κατάλληλες προκειμένου να εκκολαφθούν.

Αναπαράγεται μετά από πλημμύρες σε δεξαμενές βρόχινου νερού ή σε αρμυρά έλη. Δραστηριοποιείται κυρίως κατά τη διάρκεια της ημέρας με κορύφωση την αυγή και το σούρουπο.

Scroll to Top